ἄμιθα

ἄμιθα
Grammatical information: f.?
Meaning: ἔδεσμα ποιόν, καὶ ἄρτυμα ὡς Άνακρέων (467Page) H.
Other forms: P. Hamb. 90, 18 has an acc. pl. ἄμιθας. Cf. ἀμαμιθάδες· ἥδυσμά τι σκευαστὸν διὰ κρεῶν εἰς μικρὰ κεκομμένων δι' ἀρτυμάτων (Photius 86 R.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: The reduplication is typical of substr. words. The word has been connected with ἄμης, but this is quite uncertain.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άμιθα — ἄμιθα, τα (Α) ίσως ταυτόσημο τού ἄμης*. [ΕΤΥΜΟΛ. Η σημασιολογική συγγένεια της λ. με το ουσ. ἄμης* «είδος γαλατόπιτας» οδηγεί στην υπόθεση ότι είναι πιθανή και ετυμολογική συγγένεια τών δύο λέξεων] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.